διαισθητικότητα

διαισθητικότητα
[-ης (-ητος)] η интуитивность

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "διαισθητικότητα" в других словарях:

  • διαισθητικότητα — η η ιδιότητα του διαισθητικού, η ικανότητα που έχει κάποιος να διαισθάνεται: Τον έσωσε η διαισθητικότητά του κι έτσι απόφυγε τον κίνδυνο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διαισθητικότητα — η [διαισθητικός] 1. η ιδιότητα τού διαισθητικού 2. ικανότητα διαίσθησης …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»